Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2007

Ο ΚΙΧΩΤΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ, πρόλογος & 1ο κεφάλαιο

Λουίς Βαγιέχο Ροδρίγκεθ


Ο ΚΙΧΩΤΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ


Μετάφραση: Κωνσταντίνος Γκαρέλας



ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Θέλησα να αξιοποιήσω το έτος 2005 για να δημοσιεύσω τον Κιχώτη των Ζώων αφού αυτό το χρόνο γιορτάζεται η τέταρτη εκατονταετηρίδα από την πρώτη έκδοση του Ιδιοφυή Ιδαλγού Δον Κιχώτη από τη Μάντσα του Θερβάντες που στο βιβλίο του περιγράφει ένα ευγενή ιππότη η αποστολή του οποίου ήταν «να βοηθά όσους χρειάζονται βοήθεια και να συντρέχει όσους έχουν ανάγκη συνδρομής». Από την εμφάνισή του αυτό το βιβλίο πέτυχε μεγάλη δημοτικότητα και είναι το λογοτεχνικό έργο που εκδόθηκε περισσότερο από κάθε άλλο, μελετήθηκε και αναλύθηκε σε κάθε λεπτομέρεια και έδωσε αφορμή για άλλα βιβλία, θεατρικά έργα, συνέδρια, κινηματογραφικά έργα κλπ.

Αν ο δον Κιχώτης είναι «η ανακούφιση στις συμφορές, η βοήθεια στις ανάγκες, ο φύλακας των δεσποινίδων και ο παρηγορητής για τις χήρες», ο Κιχώτης των Ζώων έρχεται να αντιπαρατεθεί με τη συχνά τραγική κατάσταση αυτών των πλασμάτων, με τα οποία ασχολήθηκαν επίσης πολλές μεγάλες διάνοιες που ανέδειξε η ανθρωπότητα και με αυτό το βιβλίο παρουσιάζω μερικά από όσα είπαν κάποιοι από αυτούς.

Έχοντας γράψει λίγο περισσότερο από εκατό σελίδες ξέσπασε στην Ισπανία το σκάνδαλο με τις «τρελές αγελάδες» για το οποίο σκέφτηκα ότι θα ήταν «ηχηρή σιωπή» να μη γράψω κάτι. Έτσι, αφού συμβουλεύτηκα τη φαντασία μου έγραψα ένα κεφάλαιο για αυτό το θέμα που έκανε προσωρινά να αλλάξουν διατροφή εκατομμύρια Ισπανοί και Ευρωπαίοι.

Το Νοέμβριο του 2000 εμφανίστηκε στον ισπανικό τύπο η πρώτη περίπτωση «τρελής αγελάδας» και τον Ιούλιο του 2002 στην Καστίλη ο νόμος για την τέταρτη εκατονταετηρίδα της έκδοσης του δον Κιχώτη, δηλαδή τα δύο γεγονότα χωρίζονται μεταξύ τους από χρονικό διάστημα 20 μηνών, αλλά αφού από τη μια η υπόθεση το απαιτούσε και από την άλλη αυτό δεν είναι ένα βιβλίο ιστορικό αλλά ένα μυθιστόρημα, παρουσίασα αυτά τα γεγονότα ως ταυτόχρονα, πράγμα που σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να διευκρινίσω.

Γράφω αυτό το βιβλίο από μια βαθειά μου επιθυμία που είναι κάθε ένα από τα ανθρώπινα πλάσματα που κατοικούν τη Γη, πλανήτη που γενναιόδωρα μας παραχωρήθηκε από το Θεό, να εξασκεί την αχίμσα. Ξέρω ότι η επιθυμία μου είναι ανεκπλήρωτη, για αυτό θα αισθανθώ ευτυχής αν ο κόπος που υποβλήθηκα για να το γράψω χρησιμέψει ώστε και ένας μόνο από τους αναγνώστες μου να αποφασίσει να εξασκήσει την αχίμσα, λέξη που ίσως είναι η πρώτη φορά που τη διαβάζει και έτσι αγνοεί τώρα τη σημασία της. Παρόμοια και εγώ την αγνοούσα για πολύ καιρό, αλλά μια ευλογημένη μέρα, που δεν ήταν τυχαία, είχα την ευτυχία να τη γνωρίσω και αργά, με την ταχύτητα που μεγαλώνουν τα φυτά, άρχισα να καταλαβαίνω την αξία και τη σημασία της. Καλότυχα είναι τα παιδιά που οι γονείς τους τα δίδαξαν να την εφαρμόζουν, γιατί θεωρώ ότι η αχίμσα πρέπει να είναι η αρχή της ηθικής.

Για τώρα, σ’ αυτό τον πρόλογο, δε θα μιλήσω άλλο για την αχίμσα γιατί κατά τη διάρκεια της ιστορίας μου ο αναγνώστης θα συναντήσει αρκετές φορές αυτή τη λέξη και θα αρχίσει να καταλαβαίνει τη σημασία της.

Με δεδομένο το αντικείμενο αυτού του βιβλίου αναγκάστηκα να γράψω κάτι, ειδικά στα κεφάλαια Ι και V, για τις περιπτώσεις βαναυσότητας προς τα ζώα. Αυτές οι φοβερές περιγραφές μπορεί να τραυματίσουν την ευαισθησία του αναγνώστη, αλλά δυστυχώς αφορούν υπαρκτές καθημερινές καταστάσεις για τις οποίες δεν υπάρχει πληροφόρηση, το αντίθετο μάλιστα, οι άνθρωποι θέλουν να τις κρατούν μυστικές. Όμως είναι υπαρκτές και πολύ τραγικές και αφού ο κάθε ένας από εμάς τους ανθρώπους μπορεί να συμβάλει για να συμμετέχει ή όχι στο μέγεθός τους, τις εκθέτω με το σκοπό ο αναγνώστης να λάβει συνείδηση αυτής της βαναυσότητας.

Luis Vallejo Rodriguez
pasiflora91@hotmail.com



(σημ.: το βιβλίο έχει 20 κεφάλαια σε 478 σελίδες)











ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι:

ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΝΤΡΑΓΚΟ


Σε έναν τόπο στη Μάντσα που το όνομά του δε θέλω να θυμηθώ, σε ένα μεγάλο και παλιό, αλλά καλά συντηρημένο σπίτι, τριγυρισμένο από μεγάλες εκτάσεις εύφορης γεωργικής γης, ζούσε ένας ιδάλγος που λεγόταν Χουάν Ντράγκο με μαλλιά σκούρα και ίσια, φρύδια πλατιά, μάτια μεγάλα και γαλάζια με διεισδυτικό βλέμμα, μύτη μακριά και καλά σχηματισμένη, στόμα μικρό που μόλις φαινόταν τα χείλη του, πυκνό μούσι, πρόσωπο μακρόστενο που φανέρωνε μυστικισμό και έρχονταν σε αντίθεση με τις φαρδιές του πλάτες που φαινόταν σαν ενός αθλητή, αυτιά μεγάλα και στρογγυλεμένα, χέρια μεγάλα με λεπτά και μακριά δάχτυλα, ψηλό παράστημα και στητή πλάτη.
Από τις πρώτες ώρες της μέρας το αγρόκτημα γέμιζε κόσμο. Ερχόταν η υπηρέτρια, οι γεωργοί, οι εργάτες της βιοτεχνίας, οι υπάλληλοι του γραφείου και ο πιστός λογιστής που ήταν εκείνος που πραγματικά διοικούσε, αφού ο Χουάν Ντράγκο είχε σταματήσει να παρακολουθεί και να ασχολείται με την επιχείρησή του.
Συχνά τον επισκέπτονταν ο θείος του, συνοδευόμενος από το φίλο του, τον παπά του χωριού. Κανείς δεν καταλάβαινε τη ζωή του, που συνήθως την περνούσε ανάμεσα στο υπνοδωμάτιο και τη βιβλιοθήκη του, ούτε ήξεραν αυτό που τριγυρνούσε στο μυαλό του και σε τίποτα δε χρησίμευαν οι πολυάριθμες και καλοπροαίρετες συμβουλές του θείου του και του παπά για να ζήσει μια ζωή όπως οι άλλοι άνθρωποι.
Αλλά υπήρχε και ένα πράγμα για το οποίο ο Χουάν Ντράγκο ενδιαφερόταν και το πρόσεχε με πολύ στοργή και αυτό ήταν ένα είδος φυτού από το οποίο είχε πολυάριθμα δείγματα και από διάφορες ποικιλίες στο κτήμα του. Ήταν η πασιφλώρα, φυτό αναρριχητικό που για αυτόν ήταν ιερό, και η αγάπη του για αυτό τον έκανε να αγοράσει βιβλία που μιλούσαν για αυτό και να σπουδάσει βοτανική. Κάθε μέρα, και τις βροχερές ακόμα, γυρνούσε το κτήμα του για να δει πως ήταν οι πασιφλώρες. Λίγο μετά που πέθαναν οι γονείς του γνώρισε αυτό το φυτό και παράγγειλε στους δρόμους του κτήματός του να βάλουν καμάρες και να τις ενώσουν με σύρματα ώστε οι πασιφλώρες να μπορούν να αναρριχώνται. Τα λουλούδια τους, μεγάλα και όμορφα, έδιναν χαρούμενη όψη στο κτήμα και στο σπίτι του, που ήταν περιστοιχισμένο από αυτά τα φυτά. Ακόμα, είχε ένα δωμάτιο που το ονόμαζε «για τις πασιφλώρες» και σ’ αυτό βρίσκονταν βιβλία Βοτανικής, και σπόροι, ελιξίρια, αποστάγματα και μονογραφίες για την καλλιέργειά τους και οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με φωτογραφίες και σκίτσα από αυτές.
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν μια ξεχωριστή μέρα για το αγρόκτημά του. Αυτή τη μέρα ερχόταν πολύς κόσμος και τους χάριζε μια γλάστρα και ένα σπόρο και σε μια σύντομη τελετή τον φυτεύανε στις 3 το μεσημέρι και κάποιοι με τα λουλούδια έφτιαχναν ελιξίρια. Ακόμα, όπως το άνθος της πασιφλώρας έχει 72 πέταλα, κάθε Μεγάλη Παρασκευή φύτευε 72 σπόρους από πασιφλώρες σε γλάστρες που χάριζε σε όσους επισκέπτονταν το κτήμα του ώσπου να ‘ρθει η επόμενη Μεγάλη Παρασκευή.
Όσοι γνώριζαν το Χουάν Ντράγκο δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πως ενώ ζούσε αφηρημένος με τα διαβάσματά του και απομονωμένος από τον κόσμο ήταν ικανός να διακοσμήσει το κτήμα του με καλό γούστο φυτεύοντας τις πασιφλώρες και φροντίζοντάς τες καθημερινά, εκτός από όταν τον έπιαναν οι κρίσεις του.
Οι γονείς του ήταν πολύ ευαίσθητοι απέναντι στον πόνο των ζώων και ήταν ακριβώς σε μια διαδήλωση για την υπεράσπιση αυτών των πλασμάτων εκεί όπου γνωρίστηκαν.
Επειδή ως πριν από μερικές δεκαετίες πολλά άλογα και γαϊδούρια οι άνθρωποι τα χρησιμοποιούσαν για να τραβάνε τις άμαξες ή για να οργώνουν τη γη και μετά τα αντικαταστήσανε με αυτοκίνητα και τρακτέρ, αυτά τα ζώα σταμάτησαν να έχουν χρησιμότητα και για αυτό οι ιδιοκτήτες τους που δεν τους ένοιαζε για τον πόνο τους τα εγκατέλειπαν ή τα σκότωναν, για να το εμποδίσουν αυτό οι γονείς του Χουάν Ντράγκο περισυνέλλεξαν ή αγόρασαν αρκετά άλογα και γαϊδούρια και τους διέθεσαν μια περιοχή του αγροκτήματος όπου ζούσαν ήσυχα ως το τέλος της ζωής τους.
Επιπλέον, δημιούργησαν ένα εργοστάσιο για σεϊτάν* (*φυτικό φιλέτο από αναδομημένες πρωτεΐνες σιταριού), λουκάνικα σόγιας, φυτικά χάμπουργκερ και φουα-γκρα, αφού σκέφτηκαν ότι όσο ο κόσμος θα καταναλώνει περισσότερο αυτά τα τρόφιμα, τόσο λιγότερο κρέας και παράγωγά του θα καταναλώνει και έτσι, σε ένα μέρος, θα απότρεπαν από το να βασανίζονται και να θανατώνονται πολλά ζώα. Η επιχείρηση πήγε πολύ καλά και όταν οι γονείς σκοτώθηκαν σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα αυτή η επιχείρηση συνεχίστηκε, αλλά δοσμένης της ανικανότητας του Χουάν Ντράγκο να εξασκήσει τη διοίκηση της κληρονομιάς του, ο θείος του τον αντικαθιστούσε προσωρινά με τη βοήθεια του λογιστή.
Ο πατέρας του ήταν μεγάλος θαυμαστής του Θερβάντες και για αυτό διάβαζε όχι μόνο το δον Κιχώτη και αλλά και τα άλλα έργα για τον ιπποτισμό που αναφέρονται σ’ αυτόν και ακόμα άλλα έργα του Θερβάντες όπως τα Παραδειγματικά Διηγήματα, η Γαλάτεια, Ταξίδι στον Παρνασσό, η Μεγάλη Τουρκάλα, Ρινκόντε και Κορταδίγιο, ο Ζηλιάρης από την Εστρεμαδούρα και μερικά ακόμα.
Η μητέρα του είχε μια μεγάλη συλλογή από βιβλία για τη φυσική υγιεινή, για συνταγές της φυτικής κουζίνας και για το πως μεταχειρίζονται οι άνθρωποι τα ζώα.
Ο Χουάν Ντράγκο έτρωγε και κοιμόταν λίγο και διάβαζε πολύ και ξαναδιάβαζε τα βιβλία που του άφησαν οι γονείς του και ακόμα όσα αγόραζε ο ίδιος του και τόσο παγιδεύτηκε στα διαβάσματά του που από το πολύ να διαβάζει και το λίγο να κοιμάται το μυαλό του σάλεψε και έχασε την κρίση του μπερδεύοντας στο κεφάλι του τα βιβλία του ιπποτισμού με αυτά για τα ζώα φτάνοντας να βλέπει και να ακούει ανακατωμένα οράματα: Με τα παθήματα και τους σκοτωμούς των ζώων στα σφαγεία και με το δον Κιχώτη που έκανε επίθεση σ’ αυτό που δεν ήξερε καλά αν ήταν ένας γίγαντας ή ένας ανεμόμυλος. Με τα ψάρια που σπαρταρούσαν όσο πέθαιναν από ασφυξία στα δίχτυα που οι ψαράδες τραβούσαν από τα νερά και με τον Κιχώτη που αγωνιούσε για να σώσει μια ωραία κυρία. Με τα γουρούνια που τα κάνουν ηλεκτροπληξία στα σφαγεία και με τη μάχη έδωσε ο δον Κιχώτης μην ξέροντας καλά αν ήταν με στρατό ανθρώπων ή με κοπάδι από πρόβατα. Με τους επιστήμονες που βασανίζουν στα εργαστήριά τους τα ανυπεράσπιστα ζώα και τους δεσμοφύλακες που κάνουν το ίδιο με τους φυλακισμένους. Με τους ιερωμένους διαφόρων θρησκειών και τους χασάπηδες που σκοτώνουν ζώα, οι πρώτοι στους βωμούς και οι δεύτεροι στα σφαγεία. Και πολλά ακόμα οράματα και ακροάματα που στο κεφάλι του μπέρδευαν χωρίς τάξη και συνοχή τα παθήματα ανθρώπων και ζώων.
Όσοι πήγαιναν στο σπίτι του μπορούσαν να δουν μερικές φορές το Χουάν Ντράγκο στο γραφείο του να διαβάζει πολύ στα σοβαρά, με τα μάτια του καλά ανοιχτά, απορροφημένος από την ανάγνωση και εντυπωσιασμένος από αυτήν, όπως αν ζούσε ο ίδιος του αυτό που διάβαζε και φαινόταν εντελώς απόμακρος και ξένος σε ότι μπορούσε να συμβαίνει στο άμεσο περιβάλλον του.
Άλλες φορές τον έβλεπαν να διαβάζει μεγαλόφωνα: 11 αγελάδες, 43 γουρούνια, 36 πρόβατα και 1100 κοτόπουλα και αυτό που διάβαζε το επαναλάμβανε ατελείωτες φορές. Το διάβαζε από μία κάρτα που τοποθέτησε σε έναν τοίχο της βιβλιοθήκης του σε ένα σημείο καλά ορατό και αυτές οι 11 αγελάδες, τα 43 γουρούνια, τα 36 πρόβατα και τα 1100 κοτόπουλα αντιστοιχούσαν στα ζώα που ένας δυτικός άνθρωπος τρώει στη διάρκεια της ζωής του.
Ήταν φορές που τον βλέπανε να μιλάει μόνος του με επιθετικό τόνο με έναν χασάπη που κανείς δεν τον έβλεπε και στον οποίο φώναζε:
«Χασάπη, για έλα εδώ να τα πούμε. Άνθρωπε του Καλιγούλα που σκοτώνεις ζώα για τόλμησε να τα βάλεις μαζί μου. Που κρύβεσαι και δε σε βλέπω; Βγες απ’ όπου βρίσκεσαι και αποδέξου την πρόκλησή μου. Να ξέρεις, δε θα σε αφήσω να σκοτώσεις κανένα άλλο ζώο!»
Άλλες φορές τον βλέπανε να κυλιέται από τη μια πλευρά στην άλλη στη βιβλιοθήκη ή στο υπνοδωμάτιό του κρατώντας ανοιχτή μια ομπρέλα σα να έβρεχε και κάποτε και ένα ξύλινο ραβδί στο άλλο χέρι, μιλώντας μόνος του, ενώ φαινόταν σα να μιλάει με κάποιον, που κρίνοντας από τα λόγια του έμοιαζε να ήταν ο Σάντσο Πάνθα που τον μάλωνε.
Κάποιες φορές ξεσήκωνε όλους στο σπίτι, που αισθάνονταν υποχρεωμένοι να διακόψουν τις εργασίες τους για να παρασταθούν στη βίαιη κρίση του Χουάν Ντράγκο. Αυτό συνέβαινε όταν τον έβλεπαν να ουρλιάζει ενώ βρισκόταν σε έξαψη, μοιάζοντας ότι μάλωνε με κάποιον, αρνούμενος να εκτελέσει μια διαταγή, απαντώντας κάθε φορά πιο εξαγριωμένος και με δυνατότερες κραυγές. Προσπαθώντας να τον ηρεμήσουν του λέγαν ότι κανείς δεν τον υποχρεώνει να κάνει τίποτα αλλά αυτός δεν τους άκουγε και συνέχιζε να φωνάζει, ενώ φαινόταν να κατευθύνει το βλέμμα και την προσοχή του σε κάποιον που κανείς δεν έβλεπε, αλλά κρίνοντας από τη συμπεριφορά του, του μιλούσε και τον ενοχλούσε, και για αυτό, όταν αυτό συνέβαινε, λέγαν ότι στο σπίτι ξαναήρθε «το φάντασμα Μολεστόν*» (*πειραχτήρι) με το οποίο συζητούσε προφέροντας συχνά τη λέξη «Καλιγούλα» που κανείς στο σπίτι δεν ήξερε τι σήμαινε. Ενώ ήταν σε μεγάλη έξαψη όλοι μαζί τον πιάναν και τον ξαπλώνανε ενώ αυτός εξακολουθούσε να φωνάζει και να συζητάει παθιασμένα με το υποτιθέμενο φάντασμα και σταματούσε στο κρεβάτι εξαντλημένος και άφωνος. Έμενε ξαπλωμένος μερικές μέρες ξαναμαζεύοντας τις δυνάμεις του και φαινόταν ήρεμος, ειρηνικός, εντελώς λογικός, κοινωνικός ως και συμπαθητικός με ευχάριστη συνομιλία, μη δείχνοντας κανένα σύμπτωμα παραλογισμού, αλλά αφού ξανάβρισκε τις δυνάμεις του και τη φωνή του, σηκωνόταν, ξανάρχιζε να διαβάζει και να απομονώνεται από όλους και ξανάρχιζε να μιλά μόνος του, να περπατά κάτω από την ομπρέλα ή να παρουσιάζει παράξενες εκδηλώσεις παραφροσύνης.
Επίσης τον βλέπανε να κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα, σκεπτικός, λυπημένος, μελαγχολικός, αδύναμος, χτυπημένος και απαθής. Σ’ αυτή την κατάσταση έμοιαζε περισσότερο πεθαμένος παρά ζωντανός και για αυτό ήταν η κατάσταση που περισσότερο εντυπωσίαζε και ανησυχούσε όσους φροντίζαν το Χουάν Ντράγκο.
Ένα από τα βιβλία που διάβαζε συχνά και πολύ τον εντυπωσίαζε ήταν τα Βάναυσα Αθλήματα του Λέων Τολστόι, που ανάμεσα σ’ άλλα περιγράφει τα ακόλουθα:
«…Από την αντίθετη πόρτα απ’ όπου βρισκόμουν έβαλαν ένα βόδι κόκκινο και παχύ. Το έσερναν. Μόλις πέρασε το κατώφλι, ένας από τους χασάπηδες, οπλισμένος με ένα τσεκούρι με μεγάλο χερούλι, το χτύπησε στο λαιμό. Σαν να του έκοψαν ταυτόχρονα τα τέσσερα πόδια το βόδι έπεσε βαριά στο έδαφος, γύρισε στο πλάι και κουνούσε σπασμωδικά τα πόδια και την ουρά. Τότε ένας χασάπης ρίχτηκε πάνω του, το έπιασε από τα κέρατα, χαμήλωσε το κεφάλι του ως το έδαφος και ένας άλλος χασάπης του έκοψε το λαιμό. Από την ανοιχτή πληγή, το αίμα, σκούρο κόκκινο, πεταγόταν σαν σιντριβάνι, και το μάζευε, σε μια μεταλλική λεκάνη, ένα παιδί πιτσιλιγμένο με αίματα. Συνάμα το βόδι δε σταματούσε να κουνιέται, να τινάζει σπασμωδικά τα πόδια και το σώμα του.
Η λεκάνη γέμιζε γρήγορα, αλλά το βόδι ζούσε ακόμα και συνέχιζε να μαστιγώνει τον αέρα με τις πατούσες του, πράγμα που υποχρέωνε τους κρεοπώληδες να αποτραβιούνται. Μόλις η λεκάνη γέμιζε, το παιδάκι την έβαζε πάνω στο κεφάλι και την πήγαινε στο εργοστάσιο της αλμπουμίνης, ενώ άλλο παιδί έφερνε άλλη λεκάνη και τη γέμιζε με τη σειρά του.
Το βόδι συνέχιζε να σπαρταράει απελπισμένα. Όταν σταμάτησε να τρέχει το αίμα, ο κρεοπώλης σήκωσε το κεφάλι του βοδιού και άρχισε να το γδέρνει –το ζώο ακόμα κινούνταν. Είχε το κεφάλι του ήδη γδαρμένο, κόκκινο, με τις φλέβες άσπρες και έπαιρνε τη θέση που του έδιναν οι σφάχτες. Το δέρμα του κρεμόταν και από τις δυο πλευρές αλλά το βόδι δε σταματούσε να κινείται. Ένας άλλος κρεοπώλης έπιασε τότε το βόδι από ένα πόδι, το έσπασε και το έκοψε –η κοιλιά και τα άλλα πόδια τινάζονταν ακόμα σπασμωδικά. Μετά, του έκοψαν τα μέλη που απόμεναν και τα έριξαν σε ένα σωρό με τα πόδια από τα βόδια του ίδιου κτηνοτρόφου. Μετά έσυραν το κτήνος στην τροχαλία και το κρέμασαν. Τότε μόνο το βόδι σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής. Με τον ίδιο τρόπο είδα από την πόρτα να σκοτώνουν τρία ακόμα βόδια. Σε όλα έκαναν τις ίδιες ενέργειες –σε όλα έκοβαν το κεφάλι, που η γλώσσα του κρεμόταν ανάμεσα απ’ τα δόντια. Η διαφορά ήταν ότι μερικές φορές ο σφαγέας δεν πετύχαινε το χτύπημα –το βόδι αντιστεκόταν, μούγκριζε και, στάζοντας αίμα, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ξεφύγει από τους χασάπηδες. Τότε το έσερναν στο κέντρο του κλουβιού, το πλήγωναν ξανά και έπεφτε.
Έφυγα από εκεί που βρισκόμουν, πλησίασα στην απέναντι πόρτα και είδα να επαναλαμβάνουν την ίδια πράξη αλλά από πιο κοντά και πιο ξεκάθαρα. Είδα πάνω απ’ όλα αυτό που δεν μπορούσα να δω από την άλλη πόρτα: με τι τρόπο ανάγκαζαν τα ζώα να μπούνε. Κάθε φορά που έπιαναν ένα μοσχάρι από το υπόστεγο και το τραβούσαν με ένα σχοινί που το έδεναν στα κέρατα, το ζώο, μυρίζοντας το αίμα, αντιστεκόταν, μούγκριζε και πισωγύριζε. Δυο άντρες δεν μπορούσαν να το σύρουν με τη βία. Και ήταν εδώ τότε που ένας σφαγέας πλησίαζε, έπιανε το μοσχάρι από την ουρά, την έστριβε και της έσπαζε ένα σπόνδυλο. Το ζώο προχωρούσε φοβισμένο.»
Αυτή η αιματηρή περιγραφή αναστάτωνε τόσο τον Χουάν Ντράγκο που έβλεπε στο υπνοδωμάτιό του ανέσπλαχνους κρεοπώληδες με μεγάλα τσεκούρια που προσπαθούσαν να σκοτώσουν ένα βόδι, έτσι όπως το περιγράφει ο Λέων Τολστόι. Από αυτή την παραίσθηση τον έπιανε θλίψη. Έβλεπε στον τοίχο και εκεί είχε γραμμένο ότι στην Ισπανία, το 1998 οι άνθρωποι είχαν σκοτώσει για να τα φάνε 6 εκατομμύρια μοσχάρια, 4,5 εκατομμύρια πρόβατα, 450 χιλιάδες κατσίκια, 8 εκατομμύρια γουρούνια, 25 εκατομμύρια κουνέλια και 169 εκατομμύρια πουλιά και σ’ αυτό θα έπρεπε να προσθέσουμε τα ψάρια που δεν ξέρουμε πόσα ήταν και αυτά μόνο στην Ισπανία. Και απελπιζόταν που σκεφτόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για να εμποδίσει αυτούς τους σκοτωμούς που προκαλούσαν πρώτα φριχτό βασανισμό στα ζώα και μετά αρρώστιες στους ανθρώπους που τρώνε τα νεκρά σώματά τους, αλλά άλλες φορές αυτή η οπτασία τον έκανε να επαναστατεί και να τα βάζει με τους χασάπηδες.
Επίσης διάβαζε συχνά αποσπάσματα από τη Βίβλο που τον εντυπωσίαζαν όπως από το Χρονικά Β’, κεφάλαιο Ζ’ εδάφιο 5 όπου λέει:
«5. και θυσίασε ο βασιλιάς Σολομών τη θυσία, είκοσι δύο χιλιάδες βόδια και εκατόν είκοσι χιλιάδες πρόβατα. Έτσι εγκαινίασαν ο βασιλιάς και όλος ο λαός το Σπίτι του Θεού»
Αυτή η ανάγνωση για χιλιάδες ζώα που οι άνθρωποι σκότωναν για να προσφέρουν στο Θεό τους που ζητούσε σκοτωμούς ζώων από τον εκλεκτό λαό του, έθλιβε και αναστάτωνε το Χουάν Ντράγκο και επειδή ο αριθμός των ζώων που σκοτώθηκαν για να «τιμήσουν» το Γιαχβέ ήταν τέτοιος, θέλοντας να πάρει μια ιδέα για το μέγεθός του, έψαξε στα παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας και βρήκε ένα μικρό αγαλματάκι από πυλό μιας αγελάδας. Μέτρησε το μήκος του που ήταν 5 εκατοστά και το πλάτος του που ήταν 2,5 εκατοστά και από αυτό συμπέρανε ότι καταλάμβανε μια επιφάνεια από 12,5 τετραγωνικά εκατοστά και αναρωτήθηκε: αν αυτό το αγαλματάκι καταλαμβάνει αυτή την επιφάνεια, τι χώρο θα καταλάμβαναν 22.000 αγαλματάκια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο; Ο πολλαπλασιασμός των μεγεθών έδινε 275.000 τετραγωνικά εκατοστά, ή αλλιώς 27,5 τετραγωνικά μέτρα, το οποίο αντιστοιχούσε σε ένα τετράγωνο με πλευρά 5,24 μέτρα. Μέτρησε το υπνοδωμάτιό του που ήταν 6 μέτρα μήκος και 4 πλάτος, ή αλλιώς 24 τετραγωνικά μέτρα, και έτσι δε θα χωρούσαν στο πάτωμά του τα 22.000 αγαλματάκια σαν αυτό που είχε, παριστάνοντας κάθε ένα απ’ αυτά ένα βόδι.
Έκανε έναν υπολογισμό για τα πρόβατα, και βρήκε ότι, αν καθένα από αυτά μετρούσε όσο αυτό το μικρό άγαλμα, θα καταλάμβαναν μια επιφάνια από 150 τετραγωνικά μέτρα, το οποίο αντιστοιχούσε σε ένα τετράγωνο με πλευρά 12,24 μέτρα. Το σπίτι του είχε 230 τετραγωνικά μέτρα, και αυτό αντιστοιχούσε με το μισό της επιφάνειας του σπιτιού του.
Μια άλλη βιβλική περικοπή που διάβαζε συχνά ήταν το κεφάλαιο Η’, εδάφιο 13 κ.ε. του Λευιτικού που λέει:
«13 Και έφερε ο Μωυσής τους γιους του Ααρόν και τους έντυσε με χιτώνες και τους έζωσε με ζώνες και έβαλε κορώνες στα κεφάλια τους, όπως πρόσταξε ο Κύριος στον Μωυσή. 14 Και έφερε το μοσχάρι της προσφοράς για την αμαρτία. Ο Ααρόν και οι γιοι του έβαλαν τα χέρια τους στο κεφάλι του μοσχαριού της προσφοράς για την αμαρτία. 15 Και το έσφαξε ο Μωυσής και πήρε από το αίμα του και το έβαλε με το δάχτυλό του γύρω-γύρω στα κέρατα του θυσιαστηρίου και καθάρισε το θυσιαστήριο από την αμαρτία. Και το αίμα του το έχυσε στη βάση του θυσιαστηρίου και το αγίασε, για να το εξιλεώσει. 16 Μετά πήρε όλο το λίπος που καλύπτει τα εντόσθια και το λοβό του ύπατος και τους δύο νεφρούς και το λίπος τους και τα έκαψε ο Μωυσής στο θυσιαστήριο. 17 Το μοσχάρι όμως και το δέρμα του και το κρέας του και την κόπρο του τα έκαψε σε φωτιά έξω από το στρατόπεδο όπως διέταξε ο Κύριος στο Μωυσή. 18 Και έφερε τον κριό του ολοκαυτώματος . Και ο Ααρών και οι γιοι του έβαλαν τα χέρια τους στο κεφάλι του κριαριού. 19 Και το έσφαξε και ράντισε ο Μωυσής το αίμα ολόγυρα στο θυσιαστήριο. 20 Και διαμέλισε το κριάρι σε κομμάτια. Και έκαψε ο Μωυσής το κεφάλι και τα μέλη και το λίπος. 21 Τα εντόσθια και τα πόδια του τα έπλυνε με νερό. Και έκαψε ο Μωυσής όλο το κριάρι στο θυσιαστήριο. Ήταν ολοκαύτωμα με οσμή ευωδίας, προσφορά που έγινε με φωτιά για τον Κύριο. Καθώς πρόσταξε ο Κύριος στο Μωυσή. 22 Και έφερε τον κριό το δεύτερο, το κριάρι της καθιερώσεως. Ο Ααρών και οι γιοι του έβαλαν τα χέρια τους στο κεφάλι του κριαριού. 23 Και το έσφαξε, και πήρε ο Μωυσής από το αίμα του και έβαλε στο λοβό του δεξιού αυτιού του Ααρών, και στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, και στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. 24 Και έφερε τους γιους του ο Ααρών και έβαλε από το αίμα στο λοβό του δεξιού τους αυτιού και στους αντίχειρες του δεξιού τους χεριού και στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού τους ποδιού. Και ράντισε του αίμα ολόγυρα στο θυσιαστήριο. 25 Και πήρε το λίπος και την ουρά και όλο το λίπος των εντοσθίων και το λοβό του συκωτιού και τα δύο νεφρά με το λίπος τους και τον δεξί ώμο. 26 Και από το κάνιστρο των αζύμων που ήταν μπροστά στον Κύριο πήρε μια πίττα άζυμη και ένα ψωμί λαδωμένο και μια λαγάνα και τα έβαλε πάνω στο λίπος και στο δεξί ώμο. 27 Και τα έβαλε όλα στα χέρια του Ααρών και στα χέρια των γιων του και τα πήγε σαν κινητή προσφορά μπροστά στον Κύριο. 28 Και τα πήρε ο Μωυσής από τα χέρια τους και τα έκαψε στο θυσιαστήριο σαν ολοκαύτωμα. Αυτοί ήταν εξαγνισμοί με οσμή ευωδίας. Ήταν θυσία που γινόταν με φωτιά για τον Κύριο. 29 Και παίρνοντας ο Μωυσής το στήθος, ξεκίνησε για κινητή προσφορά προς τον Κύριο. Από το κριάρι του εξαγνισμού αυτό ήταν το μερίδιο του Μωυσή, καθώς πρόσταξε ο Κύριος στο Μωυσή. 30 Και πήρε ο Μωυσής από το λάδι του χρίσματος και από το αίμα του θυσιαστηρίου και ράντισε τον Ααρών, τη στολή του και τους γιούς του και τις στολές τους. 31 Και είπε ο Μωυσής στον Ααρών και στους γιους του, βράστε το κρέας στην πόρτα της σκηνής του μαρτυρίου. Και εκεί φάτε το και μαζί το ψωμί που είναι στο κάνιστρο του εξαγνισμού, όπως με πρόσταξε ο Κύριος , λέγοντας: Ο Ααρών και οι γιοι του θα τα φάνε αυτά. 32 Και το υπόλοιπο του κρέατος και του ψωμιού να το κάψετε στη φωτιά.»
Αυτές οι αιματοβαμμένες περιγραφές του προκαλούσαν την οπτασία ότι ο Γιαχβέ του παρουσιαζόταν και του έλεγε:
«Είσαι αμαρτωλός και για να συγχωρήσω τις αμαρτίες σου πρέπει να κάνεις ότι έκαναν οι Μωυσής, ο Ααρόν και οι γιοί του:
Πάρε ένα νεαρό ταύρο, σφάξ’ τον προς τιμήν μου, άλειψε το λοβό του δεξιού σου αυτιού, τον αντίχειρα του δεξιού σου χεριού και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού σου ποδιού, ράντισε με αίμα το τραπέζι σου και μετά κάψε το σώμα του ταύρου σαν ολοκαύτωμα με ευχάριστο άρωμα για μένα, τον Γιαχβέ, τον Θεό σου.»
Σ’ αυτό απαντούσε ο Χουάν Ντράγκο:
«Δεν καταλαβαίνω για πια αμαρτία μου μιλάς και ακόμα πως θα διορθώσω τα σφάλματά μου προκαλώντας πόνο στα ζώα και συμπεριφερόμενος βάναυσα προς αυτά; Γιατί μου ζητάς να βασανίσω τα ζώα; Ή μήπως δεν είσαι ο Θεός αλλά κάνεις ότι είσαι αυτός, για να σβήσεις τη δίψα σου για αίμα; Στο λέω μια και έξω, άγριε Θεέ, να μην υπολογίζεις σε μένα για να ικανοποιήσεις την ανώμαλη όρεξή σου για αίμα και θάνατο ζώων και ακόμα σου λέω ότι θα σε πολεμήσω.»
Αυτή η απάντηση ερέθιζε τον Γιαχβέ που εξοργισμένος του έλεγε:
«Αυθάδη και βλάσφημε αμαρτωλέ που δε θέλεις να κάνεις αυτό που είναι πράγμα ιερότατο! Η οργή μου θα πέσει πάνω σου!»
Σ’ αυτό απαντούσε ο Χουάν Ντράγκο προκαλώντας τον και φωνάζοντάς του:
«Χίλιες φορές προτιμώ να πέσει πάνω μου η οργή σου πριν να κάνω να υποφέρει ένα και μόνο ζώο και να χυθεί το αθώο του αίμα! Γιατί μου ζητάς να προκαλέσω πόνο στα ζώα; Απάντησε σ’ αυτή την ερώτηση που σου κάνω.»
-Γιατί θέλω να δοκιμάσω την πίστη σου –του απαντούσε ο Γιαχβέ- και γιατί οι αιματηρές και πύρινες θυσίες μου αρέσουν και αγαπώ το άρωμά τους.
-Εγώ είμαι πιστός στα ζώα –κραύγαζε ο Χουάν Ντράγκο- και με τίποτα στον κόσμο δεν πρόκειται να τα κάνω να υποφέρουν γιατί εφαρμόζω την αχίμσα, και αν δε σου αρέσει η συμπεριφορά μου, σου λέω ούτε η δικιά σου μου αρέσει αφού είναι ανώμαλη!
-Είσαι ασεβής –του έλεγε ο Γιαχβέ- και θα σε καταβροχθίσω όπως έφαγα τον Ναδάβ και τον Αβιχού, γιους του Ααρόν!
-Χάσου από μπροστά μου –ούρλιαζε πάλι ο Χουάν Ντράγκο- εσύ που ευχαριστιέσαι με τον πόνο των ζώων!
Έτσι συνέχιζε τη συζήτηση με το φανταστικό Γιαχβέ και εξοργιζόταν συνεχώς περισσότερο μέχρι να σταματήσει εξαντλημένος και άφωνος ενώ έφταναν να τον συντρέξουν η υπηρέτρια και οι υπάλληλοι που διέκοπταν τις εργασίες τους για να τον ηρεμήσουν και να τον ξαπλώσουν στο κρεβάτι του.
Ένα άλλο βιβλίο που τον εντυπωσίαζε και παρομοίως το διάβαζε συχνά ήταν το εικοστό κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του δον Κιχώτη όπου ο Θερβάντες μιλάει για το τραπέζι του γάμου του πλούσιου Καμάτσο με την ωραία Κιτερία. Εδώ έβλεπε ο Σάντσο πιθάρια με κρέατα από κριάρια και ο Θερβάντες λέει:
«…Οι γδαρμένοι λαγοί και τα μαδημένα κοτόπουλα που έβλεπες να κρέμονται στα δέντρα και ήτανε για να θαφτούνε στα τσουκάλια δεν είχαν μέτρημα. Και αμέτρητα ήταν τα πουλιά και τα κυνήγια όλων των ειδών που ήτανε κρεμασμένα στα δέντρα για να δροσίζονται στον αέρα.
Μέσα στη φουσκωμένη κοιλιά του βοδιού που ψηνότανε είχαν βάλει δώδεκα γουρουνάκια του γάλακτος που, καθώς θα ψηνότανε εκεί μέσα, θα του έδιναν νοστιμάδα και θα μαλάκωναν το κρέας του. Τα μπαχαρικά και όλων των ειδών τα μυρωδικά θα έλεγε κανείς πως δεν τα είχανε αγορασμένα με τη λίβρα παρά με το κοντάρι, και ήτανε όλα σωριασμένα μέσα σ’ ένα ξεσκέπαστο κασόνι.
Όλα αυτά τα έβλεπε ο Σάντσος και όλα τα πρόσεχε και όλα τα λιμπιζότανε. Πρώτα και καλύτερα τον αιχμαλώτισαν και κυρίεψαν την επιθυμία του οι τσουκάλες με τα κρέατα, και θα ήτανε πολύ πρόθυμος να γέμιζε απ’ αυτές μια καλή τσανάκα για τον εαυτό του. Ύστερα τόνε συγκίνησαν τα γεμάτα ασκιά. Και τέλος οι λαλαγγίτες που ψηνόντουσαν σε κείνα τα καζάνια*.» (*μετ. Καρθαίου /Ιατρίδη)
Και προσθέτει ο Θερβάντες ότι ο μάγειρας γενναιόδωρα του έδωσε τρεις κότες και δύο χήνες που ο Σάντσο τις έφαγε με πολύ όρεξη.
Αυτά τα διαβάσματα έκαναν τον Χουάν Ντράγκο να βλέπει ότι από τα παλιά και χοντρά δοκάρια της σκεπής της βιβλιοθήκης του κρέμονταν ζώα, κάποια νεκρά και άλλα με ζωή ακόμα. Οι κότες, οι πάπιες και άλλα πουλιά κουνούσαν απεγνωσμένα τα φτερά τους. Τα γουρούνια που ξεψυχούσαν βογκούσαν και γρύλιζαν πικρά και κουνούσαν τα σώματά τους. Τα πρόβατα βέλαζαν λυπημένα. Οι αγελάδες μούγκριζαν υποφέροντας τον ανυπόφορο πόνο που τις προκαλούσαν οι πληγές που αναπόφευκτα θα τις οδηγούσαν στο θάνατο. Τα ψάρια κουνούσαν τα πτερύγια και τις ουρές τους ενώ πέθαιναν από ασφυξία. Τα ζώα που ακόμα ζούσαν προσπαθούσαν χωρίς ελπίδα και μάταια να κρατηθούν στη ζωή και έτσι μεγάλωναν την αγωνία τους ενώ χυνόταν το αίμα τους, που σχημάτιζε μια κόκκινη βροχή που έπεφτε πάνω στα βιβλία του, το τραπέζι, το πάτωμα, το κρεβάτι και πάνω στον Χουάν Ντράγκο που προσπαθούσε να την αποφύγει κρατώντας μια ανοιχτή ομπρέλα πηγαίνοντας απ’ τη μια μεριά στην άλλη, αισθανόμενος μια αηδιαστική μυρωδιά από αίμα και από πτώματα σε προχωρημένο στάδιο αποσύνθεσης και βλέποντας το Σάντσο Πάνθα χαρούμενο μ’ ένα μαχαίρι να κόβει κομμάτια κρέας πότε από ζώα ήδη νεκρά και πότε από εκείνα που ήταν ακόμα ζωντανά και με μεγάλη όρεξη να τα τρώει ενώ τα δύστυχα ζώα που ήταν ακόμα στη ζωή έλεγαν απελπισμένα στο Χουάν Ντράγκο: «σώσε μας από το Σάντσο Πάνθα που μας σκοτώνει.» Μετά από αυτή την ικεσία ο Χουάν Ντράγκο έλεγε στο Σάντσο Πάνθα να αφήσει ήσυχα τα ζώα και εκείνος του απαντούσε με χλευασμούς και κοροϊδίες που τον θύμωναν και τον εξόργιζαν και άρπαζε ένα ξύλο για να τον χτυπήσει, αλλά, προσπαθώντας να το κάνει, εξαφανιζόταν αυτή η θλιβερή οπτασία και τα έβλεπε όλα ειρηνικά, σιωπηλά και σε τάξη, αλλά μόλις άρχιζε να διαβάζει ξανά το συγκεκριμένο κεφάλαιο του δον Κιχώτη του ξανάρχονταν οι παραισθήσεις και οι οπτασίες και αυτό τον έκανε να πιστέψει ότι η βιβλιοθήκη του και το υπνοδωμάτιό ήταν μαγεμένα.
Μια νύχτα, ταραγμένος και ανήσυχος από τις θλιβερές οπτασίες που του προκαλούσαν αυτά τα διαβάσματα, ήδη εξαντλημένος από το πολύ διάβασμα και το λίγο ύπνο, πήγε να ξαπλώσει και όπως όλες τις νύχτες ευχαρίστησε το Θεό και τους αγγέλους του για όσα του έδωσαν και για όσο τον βοήθησαν και τους παρακάλεσε για τους γονείς του για τους οποίους είχε μια ευχάριστη ανάμνηση και που τους ήταν ευγνώμων γιατί από τότε που θυμάται τον εαυτό του τού είχαν διδάξει να καταλαβαίνει και να εξασκεί την αχίμσα. Θυμόταν τις διδασκαλίες τους, ότι όσο πιο ανυπεράσπιστο είναι ένα πλάσμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση του ανθρώπου να το προστατεύει και ακόμα θυμόταν με νοσταλγία τις διηγήσεις και τις ιστορίες που του έλεγαν για να του δείξουν τη σημασία που έχει να εφαρμόζουμε την αρετή της αχίμσα.
Παρομοίως έλεγε την ρωσική προσευχή για τα ζώα που λέει:
«Άκουσε Κύριε αυτή την ταπεινή προσευχή για τους φίλους μας τα ζώα, ειδικά για αυτά που υποφέρουν, για αυτά που τα βάζουν να δουλεύουν σκληρά και τους λείπει η τροφή και τα μεταχειρίζονται βάναυσα, για αυτά που βρίσκονται φυλακισμένα και χτυπιούνται πάνω στις μπάρες των κλουβιών τους, για αυτά που τα κυνηγούν και που χάνονται, φοβισμένα και πεινασμένα, για αυτά που τραυματίζονται και πεθαίνουν και για αυτά που προορίζονται να τα θυσιάσουν.
Σε παρακαλούμε όσοι τα μεταχειρίζονται να έχουν λύπηση και ευσπλαχνία, πονετική καρδιά, ελαφριά χέρια και ευγενικά λόγια.
Κάνε να είμαστε αληθινοί φίλοι με τα ζώα και να έχουμε συμπόνια για αυτά.
Για την αγάπη της τρυφερής καρδιάς του γιου σου, Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.»
Όταν τελείωσε αυτή την προσευχή, που ο Χουάν Ντράγκο την είπε με τα δάκρυα να τρέχουν, έπεσε σε βαθύ ύπνο και είδε αυτό το όνειρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: